11/12/2006

   

Το Υπουργείο Πολιτισμού της Ελλάδας διεκδικούσε από το 1995 τέσσερα (4) αρχαία αντικείμενα από το Μουσείο Γκετί:

1.Χρυσό στεφάνι από την Μακεδονία
2.Μαρμάρινο άγαλμα κόρης
3. Βοιωτική ενεπίγραφη στήλη και
4.Τμήμα μαρμάρινου ανάγλυφου από τη Θάσο (πυ είχε κλαπεί από στις αρχές του 20ου αιώνα από αποθήκη ανασκαφής της Γαλλικής Αρχαιολογικής Σχολής).

Επί σειρά ετών το Υπουργείο Πολιτισμού επεδίωξε την εξεύρεση λύσης δια της διπλωματικής οδού, μέσω συνεννοήσεων με τον δικηγόρο του Ιδρύματος στην Ελλάδα από το 1993, και από το 1996 μέσω αλληλογραφίας με την επιμελήτρια του μουσείου κ. Μάριον Τρου.
Το μουσείο, ωστόσο, ζητούσε χρόνο για τον έλεγχο των στοιχείων που στείλαμε, δεν πήρε σαφή θέση αλλά ζητούσε από το ΥΠΠΟ τη συνέχιση του διαλόγου. Αυτή η πρακτική αποδείχτηκε ατελέσφορη. Το θέμα παραπέμφθηκε στις καλένδες.

Στις 16 Οκτωβρίου 2005, δημοσιεύτηκε στο περιοδικό ΕΨΙΛΟΝ της Κυριακάτικης Ελευθεροτυπίας έρευνα του δημοσιογράφου Νικόλα Ζηργάνου σχετικά με το χρυσό στεφάνι.
Στο δημοσίευμα παρουσιάστηκαν για πρώτη φορά έγγραφα και στοιχεία που συσχέτιζαν την πρώην έφορο αρχαιοτήτων του Μουσείου Γκετί, Μάριον Τρου, με έλληνες αρχαιοκάπηλους που διακίνησαν και πούλησαν παράνομα το χρυσό Μακεδονικό στεφάνι.

Αμέσως, ο τότε προϊστάμενος της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Αθηνών, κ. Δημήτρης Παπαγγελόπουλος, διέταξε προκαταρκτική εξέταση και την ανέθεσε στον εισαγγελέα Πρωτοδικών, κ. Ιωάννη Διώτη.

Τον Νοέμβριο 2005, το ΥΠΠΟ ανανέωσε με επιστολή του το αίτημά του προς το Μουσείο Γκετί για την επιστροφή των 4 αρχαιοτήτων.

Ας σημειωθεί, ότι το θέμα έλαβε μεγάλες διαστάσεις στον διεθνή και στον ελληνικό Τύπο, καθώς με αφορμή την παραπομπή της επιμελήτριας του μουσείου κ. Μάριον Τρου σε δίκη στην Ιταλία, με την κατηγορία της αγοράς για λογαριασμό του μουσείου αρχαίων παρανόμως διακινηθέντων από τη χώρα, έγινε διεθνώς γνωστή και η ελληνική διεκδίκηση.

Το Μάρτιο του 2006 το Τμήμα Δίωξης Αρχαιοκαπηλίας έκανε έφοδο και κατ’ οίκον έρευνα στο σπίτι της κ. Μάριον Τρου στην Πάρο, όπου βρέθηκαν αδήλωτες αρχαιότητες.

Τον Απρίλιο του 2006 οι Διωκτικές Αρχές έκαναν έρευνα σε ιδιωτική κατοικία στη Σχοινούσα, όπου βρήκαν εκατοντάδες αδήλωτες αρχαιότητες. Οι ιδιοκτήτες της βίλας στη Σχοινούσα είναι οι κληρονόμοι του Χρήστου Μιχαηλίδη γνωστού αρχαιοπώλη, ο οποίος πέθανε το 1999. Ο Μιχαηλίδης ήταν συνεταίρος του Ρόμπιν Σάιμς, γνωστού αρχαιοπώλη, που ήταν βασικός προμηθευτής του Μουσείου Γκετί και προσωπικός φίλος της Μάριον Τρου. Σύμφωνα με δημοσιεύματα των Λος Άντζελες Τάιμς, ο Μιχαηλίδης είχε διευκολύνει την Μάριον Τρου με δάνειο για να αγοράσει το σπίτι της στην Πάρο. Αυτή η αποκάλυψη οδήγησε την κυρία Τρου σε παραίτηση από τη θέση της στο Μουσείο Γκετί.

Την ίδια περίοδο ο Υπουργός Πολιτισμού κ. Γιώργος Βουλγαράκης συγκρότησε ειδική ομάδα υπό την άμεση και προσωπική καθοδήγησή του, για τη συλλογή στοιχείων και την τεκμηρίωση της ελληνικής διεκδίκησης. Τον συντονισμό ανέλαβε ο Γενικός Γραμματέας του ΥΠΠΟ, κ. Χρήστος Ζαχόπουλος, σε στενή συνεργασία με τη Γενική Διευθύντρια Αρχαιοτήτων, κ. Βιβή Βασιλοπούλου.
Δημιουργήθηκαν επίσης δύο επιστημονικές ομάδες , με τη συμμετοχή επιφανών ελλήνων αρχαιολόγων, μια ομάδα νομικής διαπραγμάτευσης (Κώστας Κυριόπουλος, Ειρήνη Σταματούδη), και μια ομάδα τεκμηρίωσης, στην οποία συνέβαλε με στοιχεία ο δημοσιογράφος Νικόλας Ζηργάνος.

Παράλληλα, ο νέος διευθυντής του μουσείου Γκετί, Δρ. Μάικλ Μπραντ, διατύπωσε, στο πλαίσιο αλλαγής φιλοσοφίας και τρόπου λειτουργίας του Ιδρύματος και υπό το βάρος των νέων δεδομένων, την πρόθεση απευθείας συνομιλιών των δύο πλευρών με συμμετοχή ειδικών και νομικών.

Τον Μάιο 2006 ήρθε στην Αθήνα ο κ. Μπραντ και αντιπροσωπεία του μουσείου Γκετί και συναντήθηκαν με τον Υπουργό και υπηρεσιακούς παράγοντες του ΥΠΠΟ. Η συνάντηση κατέληξε, έπειτα από πολύωρες διαπραγματεύσεις, στο πρώτο κοινό ανακοινωθέν, στο οποίο συμφωνήθηκε επιστροφή διεκδικούμενων, από την Ελληνική πλευρά, αρχαιοτήτων στο προσεχές μέλλον.

Αποτέλεσμα της αρχικής αυτής συμφωνίας ήταν η δεύτερη κοινή δήλωση στις 10 Ιουλίου, στην οποία ανακοινώνεται η ομόφωνη απόφαση του Μουσείου Γκετί να επιστρέψει μέχρι τέλος Αυγούστου στην Ελλάδα την Βοιωτική Στήλη και το Ανάγλυφο της Θάσου.

Στις 31 Αυγούστου 2006, επεστράφησαν στην Ελλάδα η Βοιωτική Στήλη και το Ανάγλυφο της Θάσου.

Καθ όλη τη διάρκεια του καλοκαιριού συνεχίστηκαν οι διαπραγματεύσεις μέσω αλληλογραφίας με το Μουσείο Γκετί, καθώς και η συλλογή νέων στοιχείων από ελληνικής πλευράς, σχετικά με το χρυσό μακεδονικό στεφάνι και την κόρη.

Τον Οκτώβριο του 2006, αντιπροσωπεία του Μουσείου Γκετί αποτελούμενη από εξουσιοδοτημένους δικηγόρους, συναντήθηκε στην Αθήνα με τον Γ.Γ. του ΥΠΠΟ κ. Χρήστο Ζαχόπουλο, τη Διευθύντρια αρχαιοτήτων κ. Βιβή Βασιλοπούλου και την ελληνική ομάδα τεκμηρίωσης. Η ελληνική πλευρά παρέθεσε τα στοιχεία και τα επιχειρήματά της σχετικά με τη διεκδίκηση του χρυσού μακεδονικού στεφανιού και της κόρης.

Το Νοέμβριο 2006, ο προϊστάμενος της εισαγγελίας Πρωτοδικών Αθήνας κ. Παναγιώτης Πούλιος ανέθεσε στον εισαγγελέα Πρωτοδικών Αντρέα Καραφλό να ολοκληρώσει την προκαταρκτική εξέταση σχετικά με τις ελληνικές αρχαιότητες που διεκδικεί η χώρα μας από το Μουσείο Γκετί.
Ο εισαγγελέας Αντρέας Καραφλός άσκησε δίωξη κατά παντός υπευθύνου για την υπόθεση του χρυσού στεφανιού.

Στις 4 Δεκεμβρίου 2006, ο Υπουργός Πολιτισμού της Ελλάδας, κ. Γιώργος Βουλγαράκης, κατέθεσε εκ μέρους και με πρωτοβουλία της ελληνικής κυβέρνησης ψήφισμα στον ΟΗΕ, σχετικά με «την επιστροφή, ή απόδοση πολιτιστικών αγαθών στις χώρες προέλευσης τους».
Το ψήφισμα που εισηγήθηκε με ομιλία του ο έλληνας υπουργός στην έδρα του ΟΗΕ στη Νέα Υόρκη, έγινε ομόφωνα δεκτό.
Στο ψήφισμα γίνεται ρητή αναφορά στα μάρμαρα του Παρθενώνα αλλά και στην ελληνική διεκδίκηση απέναντι στο Μουσείο Γκετί.

Στις 5 Δεκεμβρίου 2006, ο διευθυντής του Μουσείου Γκετί, Μάικλ Μπραντ, έστειλε εκ μέρους του Δ.Σ. του Ιδρύματος, επιστολή στον υπουργό Πολιτισμού κ. Γιώργο Βουλγαράκη, με την οποία το Μουσείο ανακοινώνει την επιστροφή στην Ελλάδα του χρυσού μακεδονικού στεφανιού και της κόρης.